Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

Ανταίος.

 Στη Λιβύη, ζούσε κάποτε ο βασιλιάς της χώρας Ανταίος, γιός του Ποσειδώνα και της Γης, που ήταν ένας γίγαντας, εξήντα πήχεις ψηλός. Είχε τεράστια δύναμη που φαινόταν να μην τον εγκαταλείπει ποτέ, γιατί όσο πατούσε τη μητέρα του Γη και έρχονταν σε επαφή μαζί της, τόσο έπαιρνε καινούριες δυνάμεις.

Καλούσε αμέσως σε πάλη κάθε ξένο που έφτανε στη χώρα του κι όπως ήταν φυσικό, με τις αστείρευτες δυνάμεις του τον νικούσε και τον σκότωνε.

Αυτή τη φορά ο Ηρακλής ήταν αυτός που ακούγοντας για τον Ανταίο θέλησε να τον συναντήσει για να αναμετρηθεί μαζί του.


Ο Ανταίος σίγουρος για τη νίκη του δέχθηκε αμέσως κι έτσι άρχισε η πάλη. Δυνατοί και οι δύο, αλλά ο Ανταίος ήταν αδύνατο να νικηθεί όσο πατούσε στη γη κι έπαιρνε συνεχώς καινούριες δυνάμεις. Γι’ αυτό έμενε μόνο ένας τρόπος στον Ηρακλή: να προσπαθήσει με κάθε τρόπο να διακόψει την επαφή του Ανταίου με τη μητέρα του, τη Γη. Τον σήκωσε λοιπόν στον αέρα και καθώς έχασε τη δύναμή του, του τσάκισε τα κόκκαλα με ένα αγκάλιασμα θανατερό. Μετά από λίγο ο τεράστιος γίγαντας Ανταίος κείτονταν άψυχος πάνω στη γη.

Αφού τελείωσαν όλα, έπεσε ο Ηρακλής κατάκοπος να κοιμηθεί. Τότε ήρθαν οι Πυγμαίοι, ένας λαός από μικρούτσικα ανθρωπάκια που τα είχε γεννήσει η Γη και ήταν αδέρφια του Ανταίου, για να εκδικηθούν τον θάνατο του αδελφού τους.

Μαζεύτηκαν γύρω από τον Ηρακλή έχοντας στα χέρια τους όλων των ειδών τα μικροσκοπικά όπλα και άρχισαν να ανεβαίνουν επάνω του. Ο Ηρακλής ξύπνησε και έβαλε τα γέλια μόλις τους είδε. Άπλωσε τα χέρια του, τους μάζεψε όλους μέσα στη λεοντή του και τους πήγε στον Ευρυσθέα, τον βασιλιά των Μυκηνών, ο οποίος τον είχε υποχρεώσει να εκτελέσει τους δώδεκα άθλους.


Αυτός ήταν ο μύθος του Ανταίου, αλλά όπως πάντα υπαρχει κρυμμένο μέσα του ένα μυστικό.

Στο μεγάλο λεξικό της Ελληνικής γλώσσας (Liddel-Scott-Κωνσταντινίδη) το όνομα Ανταίος το βρίσκουμε ως επίθετο ανταίος, με τη σημασία: ο κατ’ ευθείαν ενάντιος.

Υπάρχει και το αντίστοιχο ρήμα ανταίρω: εγείρω κατι εναντίον κάποιου και εγείρομαι, ανθίσταμαι εναντίον κάποιου.  

Εύκολα καταλαβαινουμε ότι ο γίγαντας αυτός των εξήντα πήχεων συμβολίζει τον εαυτό μας, που βρίσκεται απέναντί μας, όπως ακριβώς το είδωλό μας στον καθρέφτη. Αυτός που τόσο ρεαλιστικά στέκεται απέναντί μας, αλλά είναι αδύνατο να τον  ˝συλλάβουμε˝  καθώς υψώνεται μεταξύ μας το τείχος του καθρέφτη. Πράγματι, ο πιο δυνατός αντίπαλός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
Από τον Ηρακλή λοιπόν ζητήθηκε να παλέψει με τον άλλο, τον ασυνείδητο εαυτό του, τον άγνωστο αλλά πανίσχυρο γίγαντα.


Αυτόν που θεριεύει και γιγαντώνεται όσο πατάει στη Γη και είναι σε στενή επαφή και εξάρτηση μαζί της. Δηλαδή με τα εγκόσμια, τα υλικά, τις εξαρτήσεις από τα πάθη.

Έτσι λοιπόν, πολύ ωραία μας λέει ο μύθος, ότι ο μόνος τρόπος για να νικήσει ο Ηρακλής τον Ανταίο, τον άλλο του εαυτό, τον εξαρτώμενο από την υλη, ήταν να αντιληφθεί την πηγή της δυνάμεως άρα και της αδυναμίας του. Να τον  ξεκολλήσει τον από τα γήϊνα, υψώνοντάς τον προς τα ουράνια.
Κατάκοπος από τον αγώνα, πέφτει να κοιμηθεί και τότε βρίσκουν την ευκαιρία οι Πυγμαίοι, αδέρφια του Ανταίου, να εκδικηθούν τον θάνατό του.

Αλλά για τον  ˝κεκαθαρμένο˝  και με πλήρη γνώση του εαυτού Ηρακλή, οι Πυγμαίοι δεν αποτελούν πλέον κίνδυνο. Είναι εύκολα αντιμετωπίσιμοι, μικροί πειρασμοί, γι’ αυτό και βάζει τα γέλια και τους μαζεύει εύκολα μέσα στη λεοντή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.